O

Η τοποθεσία του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά αινίγματα της ανθρώπινης ιστορίας. Οι διαδοχικές μετακινήσεις του σώματος του ανίκητου Μακεδόνα σε τρία διαφορετικά μνημεία στην Αίγυπτο από το θάνατό του το 323 π.Χ. μέχρι και το 215 μ.Χ. οπότε καταγράφεται η τελευταία γνωστή θέαση του νεκρού, συντέλεσαν στη σύγχυση των πληροφοριών σε σχέση με την ακριβή τοποθεσία του τελευταίου τόπου ταφής του.

Η εύρεση του σώματος λοιπόν εξελίχθηκε στο χρυσό δισκοπότηρο της αρχαιολογίας, ωθώντας ερευνητές και μη σε άκαρπες και κάποιες φορές γραφικές αναζητήσεις. Από αυτές ξεχωρίζει η περίπτωση κάποιου σερβιτόρου από την Αλεξάνδρεια ο οποίος δαπανούσε ότι διέθετε σε ανασκαφές σε διάφορα σημεία της πόλης.

Από το 1805 έχουν καταγραφεί διάφορες αναφορές «εύρεσης του τάφου», δύο από τις οποίες μέσα στη δεκαετία του 1990. Όσο για την περιβόητη αποκάλυψη στην περιοχή της Όασης Σίβα, ο υποτιθέμενος τάφος είναι δωρικός ναός της ελληνορωμαϊκής περιόδου, ο οποίος έχει καταγραφεί σε τρεις τουλάχιστον επιστημονικές αναφορές του 19ου αιώνα.

Ωστόσο, μια σημαντική υποβρύχια αρχαιολογική εξερεύνηση του λιμανιού της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και δύο δεκαετίες. Δύτες, ερευνητές μένουν έκθαμβοι μπροστά σε μια ολόκληρη βυθισμένη αρχαία πόλη που βρίσκεται στον βυθό. Τα βασιλικά παλάτια και τα κτήρια τα οποία περιγράφει ο Στράβων βρίσκονται στο βυθό του Μεγάλου Λιμανιού της Αλεξάνδρειας.

Σύμφωνα με τον γεωφυσικό Άμος Νουρ, η περιοχή βρίσκεται επάνω στο ρήγμα Σικελίας-Καΐρου, και υπέστη σοβαρότατες ζημιές, ειδικά από τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ. Όπως μας γίνεται γνωστό από τη βυζαντινή ιστοριογραφία περισσότεροι από 23 σεισμοί χτύπησαν την αιγυπτιακή ακτή από το 320 μ.Χ. έως το 1303. Μεγαλύτερη από όλες ήταν αυτή του 365 μ.Χ.

Ενδεικτικά χαρτογραφούνται τα βυθισμένα σημεία της αρχαίας πόλης και κυρίως το βυθισμένο νησί της Αντιρόδου, μέσα στο σημερινό λιμάνι της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου.Με την πάροδο του χρόνου ο βυθός του λιμανιού υποχώρησε γύρω στα 7 μέτρα, τα βασιλικά οικοδομικά τετράγωνα κατέρρευσαν και βυθίστηκαν κάτω από τα κύματα.

Οι πεσμένοι κίονες, τα κιονόκρανα, τα αγάλματα, οι λίθινες επιγραφές με ιερογλυφική και ελληνική γραφή, οι εναπομείναντες οδοί, τα πλινθώματα μολύβδου, και οι αμφορείς ρυπαίνονται στο βυθό του σύγχρονου λιμανιού, όπου έχει επικαθήσει μια βρώμικη κρούστα 16 αιώνων, η οποία, επιπρόσθετα, βομβαρδίζεται καθημερινά από τα βοθρολύματα που ρίχνονται στη θάλασσα του λιμανιού.Προς έκπληξη όλων, αρκετά από τα αρχαία οικοδομικά τετράγωνα έχουν διασωθεί, ώστε να επιτρέψουν στους αρχαιολόγους, να επιχειρήσουν μια σοβαρή χαρτογράφηση όλης της βυθισμένης περιοχής.

Ο επικεφαλής όλης αυτής της προσπάθειας, Γκόντιο, του Ινστιτούτου της Ευρωπαϊκής υποθαλάσσιας Αρχαιολογίας που εδρεύει στο Παρίσι, τονίζει πως:« Πολλοί κλασσικοί συγγραφείς,- ο Στράβων, ακόμη και ο Ιούλιος Καίσαρ, στα σχόλιά τους, περιγράφουν την Αλεξάνδρεια όπως την είδαν στις επισκέψεις τους σε αυτήν, αλλά είναι αδύνατο να καθοριστεί κάτι ή να προσομοιάσει με την ιδιαίτερη περιγραφή των κειμένων τους».

Σημειώνεται πως από την εποχή της κατάκτησης της Αιγύπτου από τον Ναπολέοντα το 1789, ιστορικοί και αρχαιολόγοι έχουν δημιουργήσει περισσότερους από 30 χάρτες της Πτολεμαϊκής και Ρωμαϊκής Αλεξάνδρειας. Όλοι, όμως οι χάρτες αυτοί, έχουν αποδειχθεί ανακριβείς κυρίως για την περιοχή του λιμανιού.

Ο Γκόντιο και η ομάδα του σε συνεργασία με το Ανώτατο Συμβούλιο της Αιγυπτιακής Αρχαιολογίας (και ειδικότερα με το τμήμα της υποβρύχιας αρχαιολογίας) άρχισαν να χαρτογραφούν την βυθισμένη πόλη, στο ανατολικό λιμάνι από το 1992.Προσδιορίζουν, μάλιστα, τη θέση του παλατιού της Κλεοπάτρας της Ζ΄, της πιο διάσημης από τους Πτολεμαίους, στο τωρινό βυθισμένο νησί της Αντιρόδου, μιας βασιλική ιδιοκτησίας καθ’ όλη την πτολεμαϊκή περίοδο (305 έως 30 π.Χ.).

Επειδή εξάλλου σύμφωνα με τις πηγές ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια, δεν αποκλείεται η τοποθεσία του να βρίσκεται στα υποθαλάσσια βασιλικά οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία με τον χρόνο θα ερευνηθούν λεπτομερώς.

Ποιος όμως είναι ο Γάλλος, Φ. Γκόντιο; Είναι ένας σύγχρονος εξερευνητής ή «μισθοφόρος» αν θέλετε. Η εφημερίδα «Le Monde» έγραψε ότι δεν είναι αρχαιολόγος, αλλά ένας παθιασμένος ερασιτέχνης που λατρεύει τη δημοσιότητα, γεγονός που προκαλεί την περιφρόνηση πολλών επαγγελματιών. Ο κατάλογος των επιτυχιών αυτού του "μισθοφόρου", που δεν διστάζει, όπως καταγγέλλουν μερικοί, να χρησιμοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις εξερευνήσεις του, είναι εύγλωττος.

Βέβαια δεν είναι κάποιος τυχαίος αφού ήταν εμπορικός ακόλουθος για χρόνια σε πρεσβείες της Γαλλίας στην Άπω Ανατολή. Μα πραγματική αυθεντία στις δημόσιες σχέσεις, λένε όσοι τον έχουν γνωρίσει, με το χάρισμα της επικοινωνίας και της πειθούς δηλαδή, που τον έχει διευκολύνει στην ανεύρεση μεγάλων χορηγών, ικανών να χρηματοδοτήσουν τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του. Κάποιοι λένε ότι ο Γκοντιό έκανε πάντα καλές συμφωνίες με κυβερνήσεις κρατών, που δεν διαθέτουν ισχυρούς νόμους προστασίας της πολιτιστικής τους κληρονομιάς με αποτέλεσμα στη διανομή της λείας να βγαίνει κερδισμένος.

Η πώληση μάλιστα σε δημοπρασία, πριν από καιρό, μιας πορσελάνης που ανέσυρε από ισπανικό ναυάγιο αντί 2 εκατ. δολαρίων τον είχε φέρει και πάλι εντυπωσιακά στην επικαιρότητα. Η ανακάλυψη ναυαγίων άλλωστε και η ανάσυρση πολύτιμων αντικειμένων υπήρξε από τις αγαπημένες ασχολίες του.

Ο Γκοντιό δεν ισχυρίστηκε ποτέ φυσικά ότι είναι αρχαιολόγος. Πριν από μερικά χρόνια ωστόσο υπήρξε βασικός συνεργάτης του Ζαν Υβ Αμπερέρ, της Γαλλικής Αρχαιολογικής Αποστολής στην Αλεξάνδρεια, ενός επιφανούς επιστήμονα που έχει ζήσει πολλά χρόνια στην Ελλάδα ως επικεφαλής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής και έμελλε όμως να κάνει τις σημαντικές ανακαλύψεις του στην πόλη των Πτολεμαίων.

Οι έρευνες του Ζαν Υβ Αμπερέρ στην περιοχή του Φάρου της Αλεξάνδρειας έχουν στεφθεί με επιτυχία τα τελευταία χρόνια και οι επιστημονικές ανακοινώσεις του έχουν προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον. Η συνεργασία ωστόσο με τον Γκοντιό, ο οποίος του παρείχε την τεχνική υποστήριξη, έχει σταματήσει. Δεν γνωρίζουν πολλοί τι έχει συμβεί μεταξύ των δύο ανδρών, το βέβαιο όμως είναι ότι επικοινωνία πλέον δεν υπάρχει, ενώ ταυτόχρονα ο Γκοντιό αμφισβητεί(!) την ανακάλυψη του Φάρου.

Το ερευνητικό σκάφος του Φρανκ Γκοντιό με το όνομα «Princesse Dooda» θεωρείται από τα καλύτερα εξοπλισμένα του κόσμου. Πρόκειται για ένα πραγματικό εργαστήριο με τα τελειότερα μηχανήματα υψηλής ακριβείας, τα ίδια που χρησιμοποιήθηκαν και στις έρευνες του Αμπουκίρ, όπου η σάρωση και η χαρτογράφηση του βυθού έγινε με μαγνητικά κύματα, ικανά για τον εντοπισμό ναυαγίων και άλλων ευρημάτων. Μεγαλύτερος χορηγός του Φρανκ Γκοντιό άλλωστε είναι η εταιρεία HILTI Foundation, η οποία ειδικεύεται στην κατασκευή εργαλείων υψηλής ακριβείας.

Ιδρυτής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ενάλιας Αρχαιολογίας, ο Γκοντιό μπορεί να διαθέτει στην ομάδα του διάφορους επιστήμονες και εξαίρετους επαγγελματίες δύτες, όχι όμως και αρχαιολόγους, όπως άλλωστε του καταλογίζουν οι επικριτές του, αρκούμενος μόνο στις υπηρεσίες και στη συνεργασία του με την αιγυπτιακή αρχαιολογική υπηρεσία η οποία τον εποπτεύει.

Η παρουσία του στην Αίγυπτο, εδώ και κάποια χρόνια, συνδέθηκε αρχικά με την έρευνα της ναυαρχίδας του Ναπολέοντα που βυθίστηκε το 1801 στο Αμπουκίρ από τα πλοία του Νέλσονα. Από τα 100 κανόνια του άτυχου πλοίου ωστόσο, τελικώς ανέσυρε μόνο το ένα· ανέσυρε επίσης χρυσά νομίσματα, διάφορα αντικείμενα, άγκυρες αλλά και οστά στρατιωτών που επέβαιναν πάνω σ' αυτό.

Follow Share:

Post A Comment: 0

Blog

Disqus

O ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie,για να διασφαλίσουμε ότι έχετε την καλύτερη δυνατή εμπειρία,με τη χρήση αυτού του ιστότοπου αποδέχεστε τη χρήση των cookie.Περισσότερα

_ Εγγραφείτε στις ενημερώσεις Notifications